υπόθαλψη

υπόθαλψη
[-ις (-εως)] η
1) прям. , перен. подогревание; 2) перен. пригревание (жулика, беглеца, преступника)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "υπόθαλψη" в других словарях:

  • υπόθαλψη — η 1. βοήθεια σε κάποιον για συντήρησή του: Κατηγορείταιγια υπόθαλψη εγκληματία. 2. μτφ., υποδαύλιση, αναζωογόνηση, διέγερση: Υπόθαλψη των πολιτικών παθών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υπόθαλψη — η, Ν 1. παροχή βοήθειας ή κρησφύγετου σε δράση εγκλήματος, κρυφή συντήρηση ατόμου που διώκεται ποινικά 2. μτφ. έντεχνη και κρυφή διατήρηση, διέγερση ή έξαψη πάθους 3. φρ. «υπόθαλψη εγκληματία» (ποιν. δίκ.) συνειδητή και εκούσια ματαίωση τής… …   Dictionary of Greek

  • ὑποθάλψῃ — ὑποθάλπω heat inwardly aor subj mid 2nd sg ὑποθάλπω heat inwardly aor subj act 3rd sg ὑποθάλπω heat inwardly fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαϊκισμός — ο πολιτική στάση και πρακτική που απευθύνεται κυρίως προς το «θυμοειδές» τών ανθρώπων και που, με την υπόθαλψη επιθυμιών και πόθων, με την προβολή «χαρισματικών» ηγετών, ουτοπικών οραμάτων και ανεφάρμοστων προγραμμάτων, καθώς και με την… …   Dictionary of Greek

  • μαστροπεία — (Νομ.). Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, μ. θεωρείται κάθε πράξη που αποβλέπει στη διαφθορά της νεότητας και στην ενίσχυση της πορνείας. Οι ερμηνευτές του Ειδικού Ποινικού Δικαίου διακρίνουν τη μ. σε δυο κύριες κατηγορίες, στην απλή και στη… …   Dictionary of Greek

  • πόλεμος — Ένοπλος αγώνας στον οποίο καταφεύγουν τα κράτη για να υπερασπίσουν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά τους, όταν τα ειρηνικά μέσα έχουν αποδειχτεί ανώφελα. Παρόμοια σύγκρουση μπορεί να γίνει και μεταξύ αντίθετων μερίδων του ίδιου λαού και τότε… …   Dictionary of Greek

  • Μολδαβία — I Κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Συνορεύει στα Β, στα Α και στα Ν με την Ουκρανία και στα Δ με τη Ρουμανία. Δεν βρέχεται από θάλασσα.H M. ήταν μέχρι το 1991 μία από τις Σοβιετικές Δημοκρατίες. Mέχρι το 1940 το μεγαλύτερο μέρος της ανήκε στη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»